Παυλόπουλος Ουρολόγος

Τι είναι;

Ο χρόνιος ορχικός πόνος (χρόνια ορχεοδυνία) ορίζεται ως η παρουσία συνεχούς ή διαλείποντος άλγους, ποικίλης έντασης, στην περιοχή του ενός ή ακόμη και των δύο όρχεων, που διαρκεί περισσότερους από 3 μήνες, επηρεάζοντας σημαντικά την καθημερινή ζωή, τις δραστηριότητες, αλλά και την ψυχολογία του ασθενούς. Πρόκειται περί αρκετά κοινής κατάστασης, η οποία μάλιστα τελευταίως φαίνεται να απασχολεί με αυξανόμενη συχνότητα τις δομές παροχής υπηρεσιών υγείας. Το γεγονός αυτό οφείλεται πιθανότατα στην μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και ενημέρωση του κοινού σε θέματα νεοπλασμάτων των όρχεων, αναπαραγωγικής ιατρικής και ανδρολογίας γενικότερα. Η κατάσταση πρακτικώς μπορεί να αφορά σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ακόμη και σε εφήβους και παιδιά. Αρκετά συχνά ο πόνος ή η ενόχληση δεν εντοπίζεται μόνο στον όρχι, αλλά επεκτείνεται στην επιδιδυμίδα, στον σπερματικό τόνο, σε άλλους παραορχικούς ιστούς, ή ακόμη και στην βουβωνική χώρα. Έχει έτσι προταθεί από μερικούς να περιγράφεται η κατάσταση με τον όρο χρόνιο άλγος του περιεχομένου του οσχέου, ή χρόνιο ενδοσχεϊκό άλγος.

Ποια τα αίτια του χρόνιου ορχικού πόνου

Τα αίτια του χρόνιου ορχικού πόνου μπορούν σχηματικώς να χωριστούν στα τοπικά και σε αυτά που εξ αντανακλάσεως προκαλούν άλγος στην περιοχή του οσχέου. Στα τοπικά αίτια περιλαμβάνονται κυρίως παθήσεις όπως η χρόνια ορχίτιδα και επιδιδυμίτιδα, η κιρσοκήλη, η υδροκήλη, η βουβωνοκήλη, οι επιδιδυμικές κύστεις, οι προηγηθείσες επεμβάσεις στην περιοχή, η σπερματοκήλη, η διαλείπουσα μερική συστροφή και βέβαια τα νεοπλάσματα του όρχεως. Σπανίως μπορεί να ευθύνονται ασυνήθη νοσήματα όπως οι αγγειίτιδες και ιδίως η οζώδης πολυαρτηρίτιδα, όπως και μικροεμβολές που οδηγούν σε ορχικά μικροέμφρακτα. Μη τοπικά αίτια είναι μεταξύ άλλων οι φλεγμονές του προστάτη, τα ουρηθρικά στενώματα, η παρουσία λίθων στον ουρητήρα, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, και οι καταστάσεις διαταραχών του συναισθήματος ή έντονης ψυχολογικής πιέσεως. Σε σημαντικό ποσοστό ασθενών, ωστόσο, δεν μπορεί να βρεθεί κανένα εμφανές παθολογικό αίτιο που να δικαιολογεί επαρκώς τον ορχικό πόνο. Η κατάσταση αυτή καλείται σύνδρομο ιδιοπαθούς ορχικού άλγους και εντάσσεται στα πλαίσια μιας γενικότερης ομάδας παθήσεων ασαφούς αιτιολογίας και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενης κλινικής εικόνας που καλούνται σύνδρομα χρονίου πυελικού άλγους.

Για την ερμηνεία των τελευταίων πιθανολογείται ότι υπάρχει μια διαταραχή στις νευρικές οδούς που μεταφέρουν τα αισθητικά ερεθίσματα στον εγκέφαλο, ή στα κέντρα που επεξεργάζονται αυτά τα αισθητηριακά δεδομένα, με αποτέλεσμα πρακτικώς ανώδυνα ή οριακώς επώδυνα ερεθίσματα να εκλαμβάνονται από τον πάσχοντα ως σημαντικός πόνος. Ψυχολογικές παράμετροι μπορούν επίσης να παρεμβαίνουν σημαντικά, τροποποιώντας τους μηχανισμούς επεξεργασίας και αντίληψης του πόνου.

Πώς γίνεται η διερεύνηση

Κάθε ασθενής με χρόνιο ορχικό πόνο πρέπει να εξετάζεται προκειμένου να εντοπιστεί κάποιο πιθανό αίτιο της κατάστασης και κυρίως να αποκλειστεί κάποια σοβαρή υποκείμενη νόσος, όπως τα νεοπλάσματα.

Η βασική διερεύνηση, που πρέπει να γίνεται σε όλους τους πάσχοντες, περιλαμβάνει λεπτομερή λήψη ιστορικού, κλινική ουρολογική εξέταση, αναλύσεις ούρων και υπερηχογραφικό έλεγχο του ουροποιητικού και του γεννητικού συστήματος. Περαιτέρω έλεγχος με πιο εξειδικευμένες απεικονιστικές ή εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να χρειαστεί αναλόγως των ευρημάτων της βασικής διερεύνησης.

Θεραπεία χρονίου ορχικού πόνου

Είναι προφανές ότι η αντιμετώπιση του συμπτώματος του χρόνιου ορχικού πόνου εξαρτάται από την θεραπεία της υποκείμενης αιτίας. Σε αρκετές ωστόσο περιπτώσεις δεν ανευρίσκεται κάποια υποκείμενη παθολογική αιτία, πρόκειται δηλαδή περί ιδιοπαθούς συνδρόμου ορχικού άλγους.

Για την αντιμετώπιση του τελευταίου είναι αρχικώς απαραίτητη η διαβεβαίωση του ασθενούς ότι δεν πάσχει από κάτι σοβαρό ή απειλητικό για την υγεία. Απλά μέτρα, όπως ξεκούραση, αποφυγή στρεσσογόνων ερεθισμάτων, αποφυγή έντονης ασκήσεως, ιδίως μάλιστα ποδηλασίας, και ενδεχομένως αλλαγή του είδους των εσωρούχων μπορούν να φανούν χρήσιμα σε αρκετούς ασθενείς.

Φαρμακευτικώς χορηγούνται αρχικώς ήπια απλά αναλγητικά όπως η παρακεταμόλη, ή για μικρά χρονικά διαστήματα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα όπως η ιβουπροφαίνη και το μεφαιναμικό οξύ. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις μπορούν σταδιακώς να προστεθούν πιο ισχυρά παυσίπονα ή να ξεκινήσει η χρήση πιο ειδικών ουσιών, που παρεμβαίνουν στην λειτουργία των νευροδιαβιβαστών. Τέτοια φάρμακα είναι επί παραδείγματι τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, η τραμαδόλη και η γκαμπαπεντίνη.

Σε λίγες, επίμονες περιπτώσεις, ανθεκτικές στην συντηρητική θεραπεία, μπορεί να δοκιμαστούν πιο εξειδικεύμενες θεραπευτικές παρεμβάσεις όπως η εφαρμογή ραδιοκυμάτων, η διαδερμική ηλεκτρική νευροδιέγερση (TENS), η νευροδιαμόρφωση (neuromodulation) με διέγερση περιφερικών νεύρων, η εκτομή της επιδιδυμίδας, ή τέλος η μικροχειρουργική απονεύρωση του σπερματικού τόνου (microdenervation of the spermatic cord). Αν και η διεθνής εμπειρία από την επέμβαση είναι ακόμη περιορισμένη, φαίνεται πως τα ποσοστά επιτυχίας είναι αρκετά καλά, κυμαινόμενα περίπου στο 70%. Κριτήριο για την επιλογή των ασθενών με την μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας από μια τέτοια επέμβαση είναι η θετική ανταπόκριση σε προσωρινό block του σπερματικού τόνου με τοπικό αναισθητικό.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Levine L. Chronic orchialgia: evaluation and discussion of treatment options. Ther Adv Urol 2010; 2(5-06): 209-14.
Kumar P, Mehta V, Nargund VH. Clinical management of chronic testicular pain. Urol Int 2010; 84(2): 125-31.
Strom, K.H. and Levine, L.A. (2008) Microsurgical denervation of the spermatic cord (MDSC) for chronic orchialgia: long-term results from a single center. J Urol 2008; 180: 949-53.