Παυλόπουλος Ουρολόγος

… a disease of aging tissue in a patient with a youthful libido.

Gallery

Gallery...»

Τι είναι η νόσος Peyronie;

Η νόσος Peyronie (Πεϋρονί) είναι μια άγνωστης αιτιολογίας παθολογική κατάσταση που προσβάλλει το πέος, δημιουργώντας περιοχές ίνωσης (σκληρίας) στα σηραγγώδη σώματα του πέους. Οι σκληρές αυτές περιοχές, που ονομάζονται πλάκες και συνήθως γίνονται εύκολα αντιληπτές με την ψηλάφηση, εμποδίζουν την σωστή, συμμετρική και πλήρη έκπτυξη του πέους κατά την στύση. Με τον τρόπο αυτό προκαλούν κάμψη (γωνίωση), μείωση του μήκους του οργάνου (βράχυνση), παραμόρφωση ή και λέπτυνσή του. Η συνηθέστερη εντόπιση της νόσου είναι στην επάνω πλευρά του πέους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ραχιαία, δηλαδή προς τα πάνω, κάμψη του οργάνου. Σε πολλές περιπτώσεις είναι δυνατό να συνυπάρχει διάφορης βαρύτητας ανεπάρκεια της στυτικής λειτουργίας, εμφανιζόμενη είτε στο αρχικό, οξύ στάδιο της νόσου, είτε σε μετέπειτα φάσεις.

Η ασθένεια περιγράφτηκε για πρώτη φορά το 1743 από τον Francois Gigot de la Peyronie, τον προσωπικό ιατρό του Λουδοβίκου XV, και για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα εθεωρείτο μια σπάνια και άνευ ιδιαίτερης σημασίας κατάσταση. Σήμερα ωστόσο έχει πλέον καταστεί εμφανές από πολυάριθμες μελέτες ότι αποτελεί μια αρκετά συχνή νόσο, η οποία μάλιστα οδηγεί συχνά σε σημαντική βλάβη του πέους και σε επακόλουθη ψυχολογική επιβάρυνση του πάσχοντος.

Πόσο συχνή είναι;

Η νόσος Peyronie είναι αρκετά συχνή, προσβάλλοντας ποσοστό μεγαλύτερο του 1-3% του γενικού ανδρικού πληθυσμού. Αν και θεωρείται νόσος της μέσης ηλικίας με την μεγαλύτερη αναλογία των πασχόντων να διανύει την 5η ή 6η δεκαετία, αξίζει να υπογραμμιστεί ότι τουλάχιστον ένα 10% των ασθενών έχει ηλικία μικρότερη των 40 χρόνων, ενώ έχουν περιγραφεί και περιπτώσεις σε εφήβους. Η εμφάνιση της παθησης σε νεαρή ηλικία αποτελεί επιβαρυντικό προγνωστικό παράγοντα και από τους περισσότερους ερευνητές θεωρείται ως ένδειξη ανάγκης για επιθετικότερη θεραπεία. Είναι πιθανό η πραγματική συχνότητα της νόσου να είναι σημαντικά μεγαλύτερη καθώς σημαντικό ποσοστό των πασχόντων φαίνεται πως αποφεύγει να ζητήσει ιατρική βοήθεια κυρίως εξαιτίας συναισθημάτων ντροπής. Μετά την ευρεία κυκλοφορία των αναστολέων PDE5 (των γνωστών φαρμακευτικών σκευασμάτων Viagra, Cialis, Levitra) για την θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, παρατηρήθηκε μια αύξηση στην συχνότητα της νόσου Peyronie. Το γεγονός αυτό ερμηνεύτηκε από ορισμένους συγγραφείς ως πλασματική, δηλαδή μη αιτιολογική, ψευδής συσχέτιση. Από άλλους ωστόσο ερευνητές θεωρήθηκε ως πραγματικό αποτέλεσμα λόγω της αυξημένης μηχανικής καταπόνησης και μικροτραυματισμών του πέους κατά την συνουσία, εξαιτίας της καλύτερης, πιο έντονης και πιο παρατεταμένης στύσεως που μπορεί να δημιουργήσουν τα φάρμακα αυτά. Σε άτομα που έχουν υποβληθεί σε ριζική προστατεκτομή λόγω καρκίνου του προστάτη, η συχνότητα της νόσου Peyronie φθάνει το 16%.

Ποια η αιτία της νόσου;

Η αιτιοπαθογένεια της νόσου Peyronie είναι προς το παρόν αινιγματική. Από αρκετούς υποστηρίζεται ότι αιτία, ή ενδεχομένως έναυσμα, της νόσου, τουλάχιστον σε ένα ποσοστό περιστατικών, είναι επαναλαμβανόμενοι μικροτραυματισμοί του πέους, οι οποίοι οδηγούν σε μικροαιμορραγίες μεταξύ των στιβάδων του ινώδους χιτώνα των σηραγγωδών σωμάτων. Το γεγονός αυτό προκαλεί την άθροιση και ενεργοποίηση κάποιων κυττάρων που ονομάζονται ινοβλάστες, την ενεργοποίηση αυξητικών παραγόντων όπως ο TGF-β και την πυροδότηση πολύπλοκων φλεγμονωδών διεργασιών. Τo τελικό αποτέλεσμα των τελευταίων είναι η εμφάνιση πόνου στο πέος, καθώς και η παραγωγή και συσσώρευση κολλαγόνου στην πάσχουσα περιοχή. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται η χαρακτηριστική για τη νόσο πλάκα, η οποία ευθύνεται για το στραβό πέος. Γενετικοί παράγοντες φαίνεται επίσης ότι παίζουν ρόλο, καθώς παρατηρείται κληρονομική επιβάρυνση, αλλά και συσχέτιση της νόσου με συγκεκριμένα αντιγόνα του συστήματος HLA. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την συχνή συνύπαρξη της νόσου Peyronie με άλλες καταστάσεις παθολογικής ινώσεως, όπως η σύσπαση Dupuytren, που προσβάλλει τις παλάμες, ή η νόσος Ledderhose, που προσβάλλει τα πέλματα, οι οποίες είναι γνωστό πως μεταβιβάζονται κληρονομικώς. Η όλη κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο και από την αυξημένη συχνότητα της Peyronie στους πάσχοντες από συνήθη και ιδιαιτέρως διαδεδομένα νοσήματα φθοράς, όπως η αρτηριοσκλήρυνση, η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης ή κάποιες παθήσεις του θυρεοειδούς. Ορισμένες τέλος περιπτώσεις φαίνεται να έχουν τραυματική αιτιολογία, σχετιζόμενες με πρόσφατες διουρηθρικές χειρουργικές επεμβάσεις, κατάγματα ή τραύματα πέους και τέλος ενδοσηραγγώδεις εκχύσεις φαρμάκων με κακή τεχνική.

Μια ιδιαίτερη περίπτωση κάμψης του πέους είναι το αποκαλούμενο σύνδρομο Kelami. Πρόκειται για ανάπτυξη ουλώδους ιστού γύρω από την ουρήθρα, μετά από επεμβατικούς ενδοουρηθρικούς χειρισμούς, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την κάμψη του πέους προς τα κάτω. Η κατάσταση αυτή, αν και συνδέεται με τη νόσο Peyronie, πιθανότατα έχει διαφορετικούς υποκείμενους μοριακούς μηχανισμούς.

Κλινική εικόνα και πορεία της νόσου Peyronie

Η νόσος Peyronie παρουσιάζει συνήθως δύο στάδια. Την οξεία αρχική φλεγμονώδη φάση, με την οποία τυπικώς ξεκινάει η νόσος και κατά την οποία παρατηρείται πόνος κατά την στύση. Το στάδιο αυτό χωρίς θεραπεία μπορεί να κρατήσει αρκετές εβδομάδες ή μήνες, μετά από τους οποίες η νόσος περνάει στην χρόνια φάση, κατά την οποία δεν παρατηρείται πόνος, ο σχηματισμός της πλάκας έχει ολοκληρωθεί, ενώ έχει πλέον εγκατασταθεί κάποιου βαθμού στυτική δυσλειτουργία και μόνιμη παραμόρφωση του πέους. Σε αρκετούς ωστόσο ασθενείς η νόσος μπορεί εξαρχής να εμφανιστεί με προοδευτική ή κάποτε και ταχεία εγκατάσταση ανώδυνης παραμόρφωσης, με ή άνευ συνοδού στυτικής δυσλειτουργίας.

Σύμφωνα με τα σχετικά στατιστικά στοιχεία κλινικά σημαντική στυτική δυσλειτουργία παρατηρείται στο ένα τρίτο περίπου των περιπτώσεων. Αν και παλαιότερα πιστευόταν ότι η νόσος αρκετά συχνά υποχωρεί από μόνη της, τα πλέον πρόσφατα δεδομένα δυστυχώς δεν επιβεβαιώνουν απόλυτα αυτήν την αισιόδοξη θέση. Πράγματι, τεκμηριωμένη αυτόματη ύφεση ή και εξάλειψη των ινωτικών εκδηλώσεων παρατηρείται μόνο σε ποσοστό 14% των πασχόντων. Από τους υπόλοιπους ασθενείς, οι μισοί περίπου θα εμφανίσουν προοδευτική επιδείνωση με επέκταση των αλλοιώσεων του πέους και ενδεχόμενη επιβάρυνση της στυτικής λειτουργίας, ενώ οι υπόλοιποι μισοί θα έχουν μακροχρόνια σχετικώς σταθερή νόσο. Σύμφωνα και με τα δικά μας δεδομένα, η έγκαιρη διάγνωση της νόσου Peyronie με άμεση έναρξη συνδυαστικής φαρμακευτικής αγωγής βελτιώνει σαφώς τα παραπάνω ποσοστά, μειώνοντας τις πιθανότητες σημαντικών επιπτώσεων στην ανατομία και φυσιολογία του πέους.

Κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος

Για τον σχεδιασμό της καταλληλότερης αγωγής απαιτείται λεπτομερής λήψη του ιστορικού του ασθενούς, έλεγχος της θέσης, της υφής και της έκτασης της σκληρυντικής πλάκας καθώς και μελέτη της στυτικής λειτουργίας. Εκτός από την κλινική εξέταση εκτελείται υπερηχογραφικός έλεγχος με μελέτη της αιματικής ροής του πέους μετά από έκχυση αγγειοδραστικής ουσίας, ώστε να προκληθεί αγγειοδιαστολή και στύση. Λόγω της συχνής συνύπαρξης της νόσου με σακχαρώδη διαβήτη κρίνεται συνήθως απαραίτητος και ο αντίστοιχος εργαστηριακός έλεγχος. Σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί επικουρικώς λεπτομερέστερη ανατομική μελέτη με αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Οι τελευταίες μπορεί είναι απαραίτητες σε περιπτώσεις όπου η διάγνωση είναι αμφίβολη, σε διενέργεια κλινικών μελετών, όπως επίσης και στην καλύτερη μελέτη ασθενών, υποψηφίων για χειρουργική αντιμετώπιση.

Θεραπεία της νόσου Peyronie

Η θεραπευτική αντιμετώπιση κατά την οξεία φάση αποσκοπεί στην ταχεία αναστολή της εξέλιξης της νόσου, στον περιορισμό των ινωτικών διεργασιών και στην κατά το δυνατόν μείωση της παραμόρφωσης του πέους. Παρά το ότι η αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών παραγόντων είναι σχετικά περιορισμένη, με την έγκαιρη έναρξη συνδυασμένης φαρμακευτικής αγωγής επιτυγχάνεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων σταθεροποίηση της ινωτικής πλάκας, διακοπή της εξέλιξης της νόσου και ελαχιστοποίηση των επιπτώσεών της. Χρησιμοποιούνται μεταξύ άλλων ουσίες όπως η βιταμίνη Ε, το potaba (αμινoβενζoϊκό κάλιo), η καρνιτίνη, η κλομιφαίνη, οι αναστολείς PDE5 και η ταμοξιφαίνη, ενώ παράλληλα πραγματοποιείται ενδοπλακική έκχυση ουσιών που έχουν αντι-ινωτική δράση, όπως κατεξοχήν η βεραπαμίλη ή η κολλαγενάση. Στα πλαίσια αυτής της ελάχιστα επεμβατικής θεραπείας, η εφαρμογή διαφόρων συσκευών έλξης και επιμήκυνσης του πέους πιθανολογείται από όλο και περισσότερους ειδικούς ότι μπορεί να προσφέρει επικουρικά όφελος.

Σε περιπτώσεις χρόνιας νόσου με μεγάλη παραμόρφωση και έντονα στραβό πέος που εμποδίζει την συνουσία, η εφαρμογή ενδοπλακικών εκχύσεων μπορεί να προσφέρει ικανοποιητική βελτίωση σε αρκετές περιπτώσεις. Επί μη καλής ανταπόκρισης ωστόσο είναι αναγκαία η χειρουργική θεραπεία. Αυτή μπορεί συχνά να γίνει με διάφορες μεθόδους πτύχωσης του πέους, αντιδιαμετρικά από το σημείο της βλάβης, ώστε να ευθειαστεί το πέος, να αποκαταστασθεί η αναγκαία αξονική στιβαρότητα του οργάνου και να καταστεί ανατομικώς εφικτή η διείσδυση. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν πιο σύνθετες χειρουργικές τεχνικές αφαίρεσης της πλάκας και πλαστικής αποκατάστασης του ελλείμματος, η οποία μπορεί να γίνει με διάφορους τύπους μοσχεύματος. Σε κάποιους ασθενείς με συνυπάρχουσα σημαντική στυτική δυσλειτουργία μπορεί να είναι απαραίτητη και η τοποθέτηση πεϊκής πρόθεσης.

Η θεραπεία με κρουστικά κύματα που επικεντρώνονται στην ινώδη πλάκα είναι μια περιορισμένης αποδοχής προς το παρόν θεραπευτική μέθοδος, η οποία είναι ενδεχόμενο στο μέλλον να αποδειχθεί ασφαλής και χρήσιμη, πιθανότατα σε συνδυασμό με άλλα θεραπευτικά μέσα. Τα πλέον πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα ωστόσο, αποθαρρύνουν, λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας, την εφαρμογή κρουστικών κυμάτων, εκτός ενδεχομένως από περιπτώσεις εμμένοντος πόνου στην περιοχή του πέους, ανθεκτικού σε άλλες θεραπείες.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Schaeffer AJ, Burnett AL. Nonsurgical interventions for Peyronie disease: 2011 update. J Androl 2012; 33(1): 3-14.
Langston JP, Carson CC 3rd. Peyronie disease: plication or grafting. Urol Clin North Am 2011; 38(2): 207-16.
Perovic SV, Djinovic RP. Current surgical management of severe peyronie's disease. Arch Esp Urol 2010; 63(9): 755-70.
Al-Thakafi S, Al-Hathal N. Peyronie's disease: a literature review on epidemiology, genetics, pathophysiology, diagnosis and work-up. Transl Androl Urol 2016; 5(3): 280-9.