Παυλόπουλος Ουρολόγος

Man survives earthquakes, experiences the horrors of illness, and all of the tortures of the soul.
But the most tormenting tragedy of all time is, and will be the tragedy of the bedroom.
Leo Tolstoy

Gallery

Gallery...»

Τι είναι στυτική δυσλειτουργία;

Στυτική δυσλειτουργία είναι η παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από επίμονη αδυναμία επίτευξης ή και διατήρησης στύσεως επαρκούς βαθμού και σκληρότητας ώστε να εξασφαλιστεί διείσδυση και ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Η διάρκεια του προβλήματος, σύμφωνα με τον ορισμό, οφείλει να είναι μεγαλύτερη των 3 μηνών και να αφορά σε περισσότερες από τις μισές προσπάθειες επαφών, εκτός αν το πρόβλημα εμφανώς οφείλεται σε χειρουργική επέμβαση ή τραυματισμό. Ο ακριβέστερος προσδιορισμός "στυτική δυσλειτουργία" τείνει πλέον να υποκαταστήσει τον παλαιότερα χρησιμοποιούμενο, μάλλον ατυχή και "πολιτικώς μη ορθό" όρο "ανικανότητα" (impotence).

Πόσο συχνή είναι;

Η αδύναμη στύση είναι μια αρκετά συνηθισμένη κατάσταση, ιδίως σε άνδρες μεγαλύτερους των 40 ετών. Στον γενικό ανδρικό πληθυσμό η συχνότητά της κυμαίνεται περίπου στο 10-20%. Ενώ σε νεαρές ηλικίες είναι σχετικά ασυνήθης, η παρουσία της γίνεται σημαντικά συχνότερη όσο προχωράει η ηλικία. Έτσι, σχεδόν ο ένας στους δύο άνδρες ηλικίας 40-70 ετών πάσχει από στυτική δυσλειτουργία κάποιου βαθμού, με το αντίστοιχο ποσοστό να ξεπερνάει το 75% για ηλικίες μεγαλύτερες των 75 ετών. Φαίνεται ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην συχνότητα του προβλήματος μεταξύ διαφορετικών εθνικών ομάδων, με τον μικρότερο επιπολασμό να παρατηρείται σε πληθυσμούς της Νότιας Ευρώπης και τον μεγαλύτερο σε λαούς της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Η σοβαρότητα της στυτικής δυσλειτουργίας, αλλά και η ανταπόκρισή της στις διάφορες θεραπευτικές παρεμβάσεις, εκτιμώνται με την συμπλήρωση από τον ασθενή ειδικών ερωτηματολογίων, μεταξύ των οποίων ευρύτερα χρησιμοποιούμενο είναι το ερωτηματολόγιο IIEF-5 (International Index of Erectile Function).

Ποια τα αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας;

Οι μηχανισμοί πρόκλησης της στυτικής δυσλειτουργίας είναι ακόμη και στον ίδιο ασθενή πολλαπλοί, πολύπλοκοι και αλληλοεπικαλυπτόμενοι. Μπορούμε ωστόσο, σχηματικά και μόνο να διακρίνουμε τις ακόλουθες ομάδες αιτίων που οδηγούν σε αδύναμη στύση:

1. Ψυχογενή αίτια:
Σε αντίθεση ίσως με την διαδεδομένη πεποίθηση ότι τα προβλήματα στύσεως έχουν κυρίως ψυχολογικό υπόβαθρο, ψυχογενή αίτια παρατηρούνται σε ένα χαμηλό μόνο ποσοστό ασθενών, που αφορά στο 10-15% των περιπτώσεων. Στην ομάδα αυτή εντάσσονται παθολογικές οντότητες όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, ορισμένες διαταραχές προσωπικότητας και οι ψυχώσεις, αλλά και περιστασιακές καταστάσεις, όπως το αρκετά συχνό άγχος απόδοσης, τα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις του ζεύγους ή οι αναστολές.

2. Νευρογενή αίτια:
Μπορεί να αφορούν σε βλάβες και διαταραχές σε επίπεδο εγκεφάλου, όπως τα εγκεφαλικά επεισόδια, η νόσος Parkinson, ή οι απομυελινωτικές παθήσεις όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, σε βλάβες του νωτιαίου μυελού, συνηθέστερα κακώσεις, και τέλος σε βλάβες των περιφερικών νεύρων που κατεξοχήν παρατηρούνται μετά από μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις, όπως η ριζική προστατεκτομή, ο οπισθοπεριτοναϊκός λεμφαδενικός καθαρισμός ή η κοιλιοπερινεϊκή εκτομή.

3. Αγγειακά αίτια:
Τέτοια είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, το κάπνισμα, οι υπερλιπιδαιμίες και ορισμένες σπάνιες αγγειακές ανατομικές ανωμαλίες.

4. Σηραγγώδη αίτια:
Μια μεγάλη κατηγορία αιτίων στυτικής δυσλειτουργίας αφορά σε προβλήματα που εντοπίζονται στα σηραγγώδη σώματα του πέους. Εδώ κατηγοριοποιούνται βλάβες του ινώδους χιτώνα των σηραγγωδών σωμάτων, όπως συμβαίνει σε κατάγματα πέους ή κατεξοχήν στη νόσο Peyronie, παθολογικές επικοινωνίες μεταξύ φλεβών και αρτηριών, και δομικές μεταβολές του στυτικού ιστού που καταλήγουν σε μείωση της ελαστικότητας και εκτασιμότητας του πέους και σε ίνωση των σηραγγωδών σωμάτων. Στα σηραγγώδη αίτια μπορούμε τέλος να κατατάξουμε και τις δυσλειτουργίες του ενδοθηλίου, του εσωτερικού χιτώνα δηλαδή των αγγείων του πέους, οι οποίες συνοδεύονται από διαταραχές στην σύνθεση των χημικών ουσιών που είναι απαραίτητες για την δημιουργία και την διατήρηση της στύσεως.

5. Ενδοκρινικοί παράγοντες:
Ως αποκλειστικά αίτια στυτικής δυσλειτουργίας είναι μάλλον σχετικά ασυνήθεις. Ο εργαστηριακός έλεγχος πάντως πρέπει να αποκλείσει χαμηλή τεστοστερόνη, υπερπρολακτιναιμία, υψηλό σάκχαρο, παθήσεις του θυρεοειδούς και των επινεφριδίων.

6. Φαρμακευτικές ουσίες:
Τέλος, πολυάριθμα φάρμακα αποτελούν αποκλειστικούς ή απλώς επιβαρυντικούς παράγοντες για την εγκατάσταση στυτικής δυσλειτουργίας. Στις υπεύθυνες ουσίες ανήκουν κυρίως φάρμακα για την θεραπεία της υπέρτασης, του καρκίνου του προστάτη, της κατάθλιψης και της υπερπλασίας προστάτη. Για την τελευταία μάλιστα αυξάνονται διαρκώς τα επιστημονικά δεδομένα για ύπαρξη σημαντικής επιδημιολογικής συσχέτισής της με την στυτική δυσλειτουργία ή ενδεχομένως και για κοινό υπεύθυνο παθογενετικό μηχανισμό τόσο των συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό, όσο και των διαταραχών της στύσεως. Με βάση τα δεδομένα αυτά προτείνεται από αρκετές μελέτες η χρήση αναστολέων της PDE-5 σε καθημερινή βάση για την αντιμετώπιση τόσο των ενοχλημάτων από την υπερπλασία προστάτη, όσο και της αδύναμης στύσης.

Στυτική δυσλειτουργία και καρδιαγγειακή νόσος

Η συχνότητα στυτικής δυσλειτουργίας είναι ιδιαίτερα υψηλή σε άνδρες με παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος. Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι σε πολύ υψηλό ποσοστό ασθενών, το οποίο μπορεί να αγγίζει το 70%, η παρουσία διαταραχών του στυτικού μηχανισμού προηγείται της εμφάνισης συμπτωμάτων ή και συμβαμάτων από το καρδιαγγειακό για χρονικό διάστημα μηνών ή και ετών. Το γεγεονός αυτό αποδίδεται στο μικρότερο μέγεθος των πεϊκών αγγείων σε σχέση με τα στεφανιαία. Το μέσο χρονικό διάστημα από την εμφάνιση των προβλημάτων στύσης μέχρι την εκδήλωση στεφανιαίας νόσου έχει υπολογιστεί σε 38,8 μήνες, χρόνος αρκετός για την αναγνώριση παραγόντων κινδύνου και την εφαρμογή επιθετικής προληπτικής ή και θεραπευτικής αντιμετώπισης.

Με βάση αυτά τα δεδομένα η στυτική δυσλειτουργία οφείλει να θεωρείται ως μέρος μιας πολυαγγειακής νόσου και να αντιμετωπίζεται στα πλαίσια μιας συστηματικής νόσου.

Διαγνωστική προσέγγιση

Σε κάθε περίπτωση διαταραχών της στύσεως η διερεύνηση ξεκινά με την λήψη σεξουαλικού και γενικού ιατρικού ιστορικού, συμπεριλαμβανομένης της συμπληρώσεως από τον ίδιο τον ασθενή κατάλληλων ερωτηματολογίων.

Ένας απλός και σύντομος τρόπος να αξιολογήσουμε ποσοστικά τον βαθμό στυτικής δυσλειτουργίας είναι η χρήση του δείκτη σκληρότητας στύσης (The Erection Hardness Score - EHS). Ο EHS δημιουργήθηκε το 1998 και αποτελεί μια απλή κλίμακα μιας μόνης ερώτησης:

"Πώς βαθμολογείτε την σκληρότητα της στύσης σας;"

  • 0 – Το πέος δεν διογκώνεται
  • 1 – Το πέος διογκώνεται αλλά δεν σκληραίνει
  • 2 – Το πέος σκληραίνει, αλλά όχι αρκετά για διείσδυση
  • 3 – Η σκληρόττηα του πέους είναι επαρκής για διείσδυση, αλλά όχι πλήρης
  • 4 – Το πέος είναι εντελώς σκληρό και πλήρως άκαμπτο

Σημαντικός είναι ο ρόλος της φυσικής εξέτασης, η οποία περιλαμβάνει κλινικό έλεγχο των όρχεων, του πέους και του προστάτη, αλλά και εστιασμένη αγγειακή και νευρολογική εξέταση. Οι βασικές εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν μέτρηση σακχάρου, έλεγχο λιπιδαιμικού προφίλ, μέτρηση τεστοστερόνης, προσδιορισμό θυρεοειδικής, ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας και μέτρηση PSA, αν η ηλικία του ασθενούς είναι άνω των 50.

Σε αρκετές περιπτώσεις, και αναλόγως των ευρημάτων από τον προηγούμενο έλεγχο, είναι δυνατό να απαιτηθούν και πιο εξειδικευμένες διαγνωστικές δοκιμασίες, οι οποίες περιλαμβάνουν:

  • Καταγραφή νυκτερινής στυτικής δραστηριότητας (rigiscan)
  • Δοκιμαστική ενδοσηραγγώδη έκχυση αγγειοδραστικών ουσιών
  • Έγχρωμο doppler υπερηχογράφημα
  • Δυναμική σηραγγομετρία-σηραγγογραφία
  • Αρτηριογραφία έσω αιδοιϊκής αρτηρίας
  • Μαγνητική τομογραφία
  • Βιοψία σηραγγωδών σωμάτων

Θεραπεία στυτικής δυσλειτουργίας

Ο ιατρός ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με μια περίπτωση διαταραχής στην στύση οφείλει να λαμβάνει πάντα υπ’ όψιν του, όχι μόνο την γενετήσια δραστηριότητα, αλλά και την γενικότερη κατάσταση του ασθενούς, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ψυχικής του υγείας. Δεν πρέπει επίσης ποτέ να μας διαφεύγει ότι η στυτική δυσλειτουργία είναι συχνά η πρώτη κλινική εκδήλωση πολύ σοβαρών νοσημάτων, όπως η στεφανιαία νόσος, ο σακχαρώδης διαβήτης ή ο καρκίνος του προστάτη.

Με γνώμονα τα παραπάνω και μετά την εκτίμηση της φύσεως και της βαρύτητας του προβλήματος, την ανάδειξη πιθανών συνυπαρχουσών παθολογικών καταστάσεων και την κατανόηση των προσδοκιών του ασθενούς, ακολουθεί λεπτομερής ανδρολογική, ουρολογική εξέταση, αλλά και εστιασμένος αγγειακός και νευρολογικός έλεγχος. Προγραμματίζονται κατόπιν οι κατάλληλες, συνήθως απλές ή ορισμένες φορές αρκετά σύνθετες και ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις και ακολουθεί ο σχεδιασμός της καταλληλότερης θεραπευτικής αγωγής, η οποία διαγραμματικά εστιάζεται στους παρακάτω τομείς:

1. Αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες
Αυτές μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν περιορισμό ή καλύτερα διακοπή καπνίσματος, δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπη, απώλεια βάρους, περιορισμό στην κατανάλωση αλκοόλ, τακτική σωματική άσκηση και δημιουργία ή αποκατάσταση μιας καλής ερωτικής και συντροφικής σχέσεως.

2. Επιθετική θεραπεία πιθανών υποκειμένων ή σχετιζομένων νοσημάτων
Τέτοιες συνήθεις παθολογικές καταστάσεις είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, οι διάφοροι τύποι υπερλιπιδαιμίας, η υπερπλασία προστάτη, η νόσος Peyronie, η αρτηριακή υπέρταση, η ανεπάρκεια της κύριας ανδρικής ορμόνης τεστοστερόνης, η πρόωρη εκσπερμάτιση, οι διαταραχές του θυρεοειδούς, η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές.

3. Από του στόματος φαρμακευτική αγωγή
Τα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται σήμερα ανήκουν στην κατηγορία των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης-5 (PDE-5) και περιλαμβάνουν προς το παρόν την Sildenafil (Viagra), την Tadalafil (Cialis), την Vardenafil (Levitra), την Avanafil (Spedra) και την Udenafil (Zydena). Γενικώς οι ουσίες αυτές παρουσιάζουν αρκετή ασφάλεια και ικανοποιητική αποτελεσματικότητα σε ποσοστό 50-80% των ασθενών, φέρνοντας πραγματική επανάσταση στην αντιμετώπιση της νόσου. Απαιτούν ωστόσο επαρκή νεύρωση του πέους, καλό επίπεδο ανδρικών ορμονών και επαρκή αιματική παροχή στα σηραγγώδη σώματα. Απόλυτη αντένδειξη για την χρήση τους αποτελεί η χορήγηση νιτρωδών σκευασμάτων για την θεραπεία της στεφανιαίας νόσου, ενώ σχετική αντένδειξη θεωρείται από τους περισσότερους η αγωγή με πολλαπλά ανθυπερτασικά σκευάσματα ή η χρήση α-αναστολέων, ιδίως μη ουροεκλεκτικών, για την αντιμετώπιση προβλημάτων του προστάτη και διαταραχών της λειτουργίας του κατώτερου ουροποιητικού. Οι παρενέργειες, χωρίς να είναι πολύ σημαντικές, δεν είναι σπάνιες και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων κεφαλαλγία, έξαψη, ερυθρότητα του προσώπου, διαταραχές οράσεως, δυσπεπτικά ενοχλήματα, ρινική συμφόρηση, ραχιαλγία, μυαλγία και μείωση της αρτηριακής πιέσεως. Αξίζει να σημειωθεί πάντως η ενδεχόμενη ευεργετική γενικευμένη δράση της tadalafil και πιθανότατα και των άλλων αναστολέων της PDE-5 στην λειτουργία του ενδοθηλίου των αγγείων. Ένα πρόσφατο δεδομένο που χρήζει προσοχής είναι η αναφορά μιας περιορισμένης, αλλά στατιστικώς σημαντικά αυξημένης συχνότητας κακοήθους μελανώματος σε χρήστες αναστολέων της PDE5. Η αιτιολογική συσχέτιση δεν είναι ούτε σαφής, ούτε βέβαιη και το μάλλον περίεργο αυτό εύρημα ερευνάται περαιτέρω.

Λιγότερο χρησιμοποιούμενες ουσίες, ή φάρμακα με περιορισμένη προς το παρόν τεκμηρίωση, αποδοχή και ενδεχομένως εμπειρία είναι η Apomorphine (Uprima), το VR004, η Yohimbine, η Phentolamine (Regitine), η Trazodone (Trittico), η L-αργινίνη, οι στατίνες, η resveratrol και η φυτική ουσία ερυθρό ginseng.

Όσον αφορά στην χρήση βοτάνων και φυτικών προϊόντων για την θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας, ο οργανισμός τροφίμων και φαρμάκων των Η.Π.Α. (Food and Drug Administration, FDA) αλλά και όλες οι σχετικές επιστημονικές εταιρείες αποθαρρύνουν την χρήση εναλλακτικών, μη εγκεκριμένων μεθόδων θεραπείας για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Πράγματι, όπως τεκμηριώνεται από σχετικές επιστημονικές μελέτες ("Νοθευμένα φυτικά προϊόντα για στυτική δυσλειτουργία"), αλλά όπως προειδοποιούν και οι σχετικοί υπεύθυνοι φορείς, τέτοιου είδους υποτιθέμενα φυτικά προϊόντα, αν είναι δραστικά, έχουν υποστεί νοθεία με φαρμακευτικά σκευάσματα τύπου Viagra, και μάλιστα σε απροσδιόριστη ποσότητα και ποιότητα.

4. Διαδερμική φαρμακευτική αγωγή
Χρησιμοποιείται κυρίως η προσταγλανδίνη Ε1 (Alprostadil), η αποτελεσματικότητά της ωστόσο μέσω διαδερμικής χορήγησης είναι μάλλον μέτρια και όχι σταθερή.

5. Ενδοουρηθρική αγωγή
Η ενδοουρηθρική φαρμακευτική αγωγή με ουρηθρικά υπόθετα Alprostadil (Medicated Urethral System for Erection, MUSE) χαρακτηρίζεται επίσης από μέτρια και ασταθή αποτελεσματικότητα. To κόστος των φαρμάκων είναι αρκετά υψηλό, η τεχνική χορήγησης θεωρείται δύσκολη για άτομα με περιορισμένες δεξιότητες, ενώ και οι παρενέργειες είναι συχνές, περιλαμβάνοντας πεϊκό πόνο, ουρηθρορραγία, ζάλη, πτώση πιέσεως, συγκοπτικά επεισόδια και ερεθισμούς του κόλπου της συντρόφου.

6. Ενδοσηραγγώδης θεραπεία
Πρόκειται για ενδοπεϊκή χορήγηση, κατευθείαν μέσα στα σηραγγώδη σώματα, φαρμακευτικών ουσιών που προάγουν την στύση. Οι πεϊκές ενέσεις εξακολουθούν να αποτελούν σήμερα την πλέον αποτελεσματική θεραπεία, καθώς μπορούν να εφαρμοστούν επιτυχώς σε άνδρες με σοβαρού βαθμού στυτική δυσλειτουργία, ακόμη και με συνυπάρχοντα καρδιαγγειακά προβλήματα. Η θεραπεία αυτή, η οποία αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 από την επαναστατική ανακάλυψη του καθηγητού μου Ronald Virag για την δράση της ουσίας παπαβερίνη στο πέος, ενδείκνυται ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις σημαντικών αγγειακών ή νευρικών βλαβών του πέους, ενώ θεωρείται μέθοδος πρώτης εκλογής για αποκατάσταση των στύσεων μετά από τραυματισμούς της σπονδυλικής στήλης ή μετά από μεγάλη χειρουργική επέμβαση στον προστάτη, στην κύστη ή στο έντερο.

Σήμερα οι ενέσεις στο πέος μπορούν να εφαρμόζονται με ειδικές αυτόματες συσκευές οι οποίες είναι ανώδυνες, εύχρηστες, εντελώς ασφαλείς και διακριτικές. Το μυστικό για την αποτελεσματικότητα και την μακροχρόνια ασφάλεια αυτής της θεραπείας βρίσκεται βέβαια στην εμπειρία και στην εξειδίκευση του ιατρού, οι οποίες επιτρέπουν αφ΄ενός μεν την σωστή εκπαίδευση του ασθενούς, αφετέρου δε την χρήση εξατομικευμένων και βελτιστοποιημένων φαρμακευτικών μειγμάτων, τα οποία επιτυγχάνουν το βέλτιστο αποτέλεσμα με την μικρότερη πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.

7. Συσκευές κενού και δακτύλιοι πέους
Παρουσιάζουν μάλλον μέτρια αποτελεσματικότητα και σχετικά χαμηλά ποσοστά αποδοχής από τους ασθενείς, καθώς η διαδικασία εφαρμογής τους είναι χρονοβόρος, απαιτεί αυξημένες δεξιότητες, ενώ η στύση που προκαλούν είναι μερική και συνοδεύεται από αστάθεια του πέους, εκχυμώσεις, δυσαισθησίες και μικροαιμορραγίες. Η χρήση των συσκευών αυτών αντενδείκνυται σε ασθενείς υπό αντιπηκτική αγωγή ή πάσχοντες από διαταραχές πηκτικότητας. Παρά τα σαφή μειονεκτήματά τους, οι συσκευές κενού και οι πεϊκοί δακτύλιοι μπορεί να διαδραματίσουν έναν σημαντικό επικουρικό ρόλο σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται πλήρως σε από του στόματος, ενδοουρηθρική ή ενδοσηραγγώδη φαρμακευτική αγωγή. Μεταξύ των πιο ποιοτικών συσκευών κενού αξίζει να αναφερθούν η Osbon ErecAid, η Encore ImpoAid και η SOMA erect Stf.

8. Εφαρμογή κρουστικών κυμάτων (low-intensity extracorporeal shockwave therapy).
Η μέθοδος φαίνεται ότι έχει σχετικά περιορισμένα αποτελέσματα σε κάποιους ασθενείς και προς το παρόν βρίσκται υπό ερευνητικό έλεγχο, χωρίς ακόμη να έχουμε οριστικά συμπεράσματα για την ασφάλεια και την πραγματική αποτελεσμaτικότητά της.

9. Χειρουργική θεραπεία
Όταν η συντηρητική φαρμακευτική προσέγγιση δεν έχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα, ή όταν επιλογή του ασθενούς είναι μια πιο δραστική και μόνιμη αντιμετώπιση του προβλήματος, τον λόγο έχει η χειρουργική. Έτσι, ιδιαιτέρως εξελιγμένες και διατάσιμες πεϊκές προθέσεις μπορούν να τοποθετηθούν σε ασθενείς, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται ή δεν επιθυμούν άλλες θεραπείες. Η μέθοδος αυτή προσφέρει στον ασθενή πολύ καλές στύσεις όποτε το επιθυμεί και για όσο χρονικό διάστημα το επιθυμεί. Σε έμπειρα και εξειδικευμένα χέρια η τοποθέτηση πεϊκής προθέσεως είναι μια εύκολη και ασφαλής επέμβαση με πολύ καλά ποσοστά μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας.

Ποιο το μέλλον;

Οι μελλοντικές προοπτικές για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας περιλαμβάνουν πολλά υπό ανάπτυξη φαρμακευτικά σκευάσματα όπως την mirodenafil και την βρεμελανοτίδη, βελτιωμένες χειρουργικές επεμβάσεις με πιο εξελιγμένες πεϊκές προθέσεις και βεβαίως γονιδιακές θεραπείες, οι οποίες αναμένεται σε μερικά χρόνια να δώσουν λύση σε σοβαρές περιπτώσεις ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Seftel AD. Low-Intensity Extracorporeal Shock Wave Therapy-A Novel Effective Treatment for Erectile Dysfunction in Severe ED Patients Who Respond Poorly to PDE5 Inhibitor Therapy. J Urol 2012; 187(5): 1789-90.
Lee M. Focus on phosphodiesterase inhibitors for the treatment of erectile dysfunction in older men. Clin Ther 2011; 33(11): 1590-608.
Carson CC, Rosenberg M, Kissel J, Wong DG. Tadalafil - a therapeutic option in the management of BPH-LUTS. Int J Clin Pract 2014; 68(1): 94-103.
Montorsi F, Briganti A, Salonia A, Rigatti P, Margonato A, Macchi A, Galli S, Ravagnani PM, Montorsi P. Erectile dysfunction prevalence, time of onset and association with risk factors in 300 consecutive patients with acute chest pain and angiographically documented coronary artery disease. Eur Urol 2003; 44(3): 360-4.
Parisot J, Yiou R, Salomon L, de la Taille A, Lingombet O, Audureau E. Erection Hardness Score for the Evaluation of Erectile Dysfunction: Further Psychometric Assessment in Patients Treated by Intracavernous Prostaglandins Injections after Radical Prostatectomy. J Sex Med 2014; 11: 2109-18.