Παυλόπουλος Ουρολόγος

προστάτης, ου, ὁ (προΐστημι)
ὁ ἔμπροσθεν ἱστάμενος, ὁ ἐν τῇ ἐμπροσθινῇ γραμμῇ παρατεταγμένος
H.G. Liddel - R. Scott. Μέγα λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης

Gallery

Gallery...»

Υπερπλασία προστάτη και συμπτώματα από το ουροποιητικό

Κάτω από τον γενικό όρο υπερπλασία προστάτη συνηθίζαμε για δεκαετίες να συμπεριλαμβάνουμε το σύνολο των συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα, (lower urinary tract symptoms – LUTS), που παρατηρείται συχνά στους άνδρες με την πρόοδο της ηλικίας. Αν και αύξηση του μεγέθους ή υπερπλαστικές αλλοιώσεις στην ιστολογική εικόνα του προστάτη μπορούν να σχετίζονται με τέτοια συμπτωματολογία, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ένας μεγάλος προστάτης δεν συνοδεύεται πάντα από σημαντικά τουλάχιστον συμπτώματα. Παραλλήλως, πολλές φορές ενοχλητικές ή και επικίνδυνες κλινικές εκδηλώσεις μπορούν να προκαλούνται παρά την ύπαρξη ένα σχετικά φυσιολογικού σε μέγεθος και ιστολογική εικόνα προστάτη. Έχει λοιπόν πλέον καταστεί εμφανές ότι στην αιτιοπαθογένεια των LUTS συμμετέχουν όχι μόνο διαταραχές του προστάτη, αλλά και ανωμαλίες στην λειτουργία του εξωστήρα μυός της ουροδόχου κύστεως, δυσλειτουργία των μυών του πυελικού εδάφους, διαταραχές στη νεύρωση του κατώτερου ουροποιητικού ή και νεφρική δυσλειτουργία.

Η ασθενής μόνο άμεση συσχέτιση μεταξύ των συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό που ταλαιπωρούν τον ασθενή και της ύπαρξης πραγματικής διόγκωσης ή ιστολογικής υπερπλασίας του προστάτη έχει οδηγήσει στην σταδιακή επικράτηση του όρου LUTS και σε αντίστοιχο περιορισμό της χρήσεως του όρου υπερπλασία προστάτη.

Πόσο συχνή είναι;

Η ύπαρξη συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό με ή χωρίς παρουσία καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη (ΚΥΠ) είναι κοινότατη πάθηση και η συχνότητά της αυξάνεται με την πρόοδο της ηλικίας. Έτσι, περίπου το 30% των ανδρών άνω των 50 ετών και σχεδόν το 90% άνω των 80 ετών, παρουσιάζουν κλινικά σημαντική μορφή της νόσου. Ηπιότερες μορφές της παθήσεως είναι αρκετά συχνότερες.

Ποια τα συμπτώματα;

Η κλινική εικόνα της νόσου περιλαμβάνει συνήθως κάποια από τα παρακάτω συμπτώματα σε διάφορους βαθμούς βαρύτητας και συνδυασμούς:

  • Μείωση στην ροή των ούρων (μειωμένη ακτίνα ουρήσεως).
  • Δυσκολία στην έναρξη της ούρησης.
  • Διχασμό ή διάσπαση της ροής των ούρων σαν σπρέυ.
  • Διακοπτόμενη ούρηση.
  • Αίσθηση ατελούς κενώσεως της κύστης, λόγω παραμονής υπολείμματος ούρων μετά την ούρηση.
  • Συχνουρία.
  • Νυκτουρία (2 ή περισσότερα επεισόδια αφύπνισης για ούρηση τη νύχτα).
  • Αδυναμία αναστολής της επιθυμίας για ούρηση, που μπορεί να οδηγήσει και σε ακράτεια επιτακτικού τύπου.
  • Στυτική δυσλειτουργία ή και διαταραχές στην σεξουαλική διάθεση.

Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί πως τα περισσότερα τουλάχιστον από τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά για την ΚΥΠ καθώς μπορεί να συνοδεύουν και πολλές άλλες παθολογικές καταστάσεις του ουροποιητικού, συμπεριλαμβανομένων και νεοπλασματικών νόσων. Με το πέρασμα του χρόνου η νόσος συχνά εξελίσσεται με αποτέλεσμα τα συμπτώματα να γίνονται περισσότερα και πιο σοβαρά ενώ μπορεί να εμφανιστούν και επιπλοκές στις οποίες περιλαμβάνονται:

  • Οξεία επίσχεση ούρων (λίαν επώδυνη πλήρης αδυναμία ουρήσεως).
  • Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις.
  • Αιματουρία.
  • Λιθίαση κύστεως.
  • Εκκολπώματα κύστεως.
  • Υπερτροφία του τοιχώματος της κύστεως και σε μετέπειτα στάδιο διάταση και χαλάρωσή της.
  • Χρόνια επίσχεση και ακράτεια εξ υπερπληρώσεως.
  • Νεφρική ανεπάρκεια.

Ποια η θεραπεία;

Ασθενείς με ήπια συμπτωματολογία, χωρίς επιπλοκές και με μικρή πιθανότητα γρήγορης ή άμεσης εξέλιξης της νόσου μπορεί να αντιμετωπιστούν απλώς με προσεκτική και τακτική παρακολούθηση (watchful waiting). Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούν επίσης να εφαρμοστούν μεταβολές καθημερινών συνηθειών του ασθενούς με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Σε αυτές περιλαμβάνονται αποφυγή αλκοόλ και καφεΐνης, περιορισμός των προσλαμβανομένων υγρών, περιορισμός της εκθέσεως σε ψύχος, βραδυνό περπάτημα, θεραπεία της δυσκοιλιότητας, αλλαγές στην λοιπή φαρμακευτική αγωγή, αντιμετώπιση πιθανών διαταραχών του ύπνου και τεχνικές επανεκπαίδευσης της κύστεως. Λεπτομερέστερη αναφορά στις συστάσεις τροποποίησης των καθημερινών συνηθειών για αντιμετώπιση των LUTS γίνεται σε εκτενές σχετικό άρθρο. Πιο σοβαρές περιπτώσεις συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό απαιτούν την έναρξη μονής ή συνδυασμένης φαρμακευτικής αγωγής. Συνοπτικώς οι διαθέσιμες αυτή την στιγμή κατηγορίες φαρμάκων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αναλόγως της περιπτώσεως, περιλαμβάνουν:

  • Αναστολείς 5α-αναγωγάσης (finasteride, dutasteride).
  • Αναστολείς α-υποδοχέων (silodosin, alfuzosin, doxazosin, tamsulosin, terazosin, prazosin).
  • Φυτοθεραπευτικά σκευάσματα (secale cereale, serenoa repens, urtica diodica, hypoxis rooperi, pyogeum africanum, κ.ά.).
  • Ανταγωνιστές μουσκαρινικών υποδοχέων (darifenacin, fesoterodine, oxybutynin, propiverine, solifenacin, tolterodine, trospium chloride).
  • Ανάλογα βασοπρεσίνης (desmopressin).
  • Αναστολείς φωσφοδιεστεράσης-5 (sildenafil, vardenafil, tadalafil).

Παραλλήλως επιβάλλεται η αποτελεσματική αντιμετώπιση πιθανών διαταραχών του ύπνου, όπως οι διάφορες μορφές αϋπνίας και η υπνική άπνοια καθώς έτσι βελτιώνεται η νυκτουρία, αλλά και άλλα συμπτώματα από το ουροποιητικό.

Επί μη ανταποκρίσεως του ασθενούς στην φαρμακευτική αγωγή ή όταν η νόσος εξελίσσεται και εμφανίζονται επιπλοκές η θεραπεία είναι χειρουργική. Μπορούν να εφαρμοστούν διάφορες επεμβάσεις, όπως η ανοιχτή διακυστική προστατεκτομή, η χρήση της οποίας σήμερα είναι πολύ περιορισμένη, η διουρηθρική προστατεκτομή (TURP), η laser προστατεκτομή, η διατομή του αυχένα της κύστεως καθώς και μια σειρά ολιγότερο επεμβατικών μεθόδων.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Chughtai B, Elterman DS, Lee R, Te AE, Kaplan SA. Experience with the combination of dutasteride and tamsulosin in the long-term management of benign prostatic hyperplasia. Ther Adv Urol 2012; 4(5): 267-72.
Kacker R, Williams SB. Endourologic procedures for benign prostatic hyperplasia: review of indications and outcomes. Urol J 2011; 8(3): 171-6.