Παυλόπουλος Ουρολόγος

Gallery

Gallery...»

Πόσο συχνός είναι ο καρκίνος της κύστεως;

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως, αποτελεί μια κοινή νεοπλασία, καθώς αποτελεί τον 4ο συχνότερο κακοήθη όγκο στους άνδρες, μετά από αυτόν του προστάτη, του πνεύμονα και του παχέος εντέρου. Στις γυναίκες είναι λιγότερο συχνός, αποτελώντας την 8η σε συχνότητα νεοπλασματική νόσο, με ποσοστό 2,1‐2,5% επί του συνόλου των κακοήθων νεοπλασμάτων. Το αντίστοιχο ποσοστό στον ανδρικό πληθυσμό αγγίζει το 6,2‐6,6%, γεγονός που υπογραμμίζει την υπερδιπλάσια συχνότητα της νεοπλασίας αυτής στο άρρεν φύλο. Ο καρκίνος της κύστεως ευθύνεται για το 4,1% του συνόλου των θανάτων από καρκίνο στους άνδρες, με το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες να φθάνει το 1,8%.

Στατιστικά στοιχεία

Παρά την επιβεβαιωμένη αύξηση στην επίπτωση της νόσου, οι δείκτες θνησιμότητας παρουσιάζουν μια σταδιακή αποκλιμάκωση στον δυτικό κόσμο, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στην εγκαιρότερη διάγνωση και στην αποτελεσματικότερη, επιθετικότερη και πολυπαραγοντική θεραπεία της νόσου.

Το καρκίνωμα της ουροδόχου κύστεως είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σε άτομα οποιαδήποτε ηλικίας, ακόμη και σε παιδιά. Ωστόσο, πρόκειται για μια κατεξοχήν νόσο της μέσης και τρίτης ηλικίας, με την διάμεση ηλικία διαγνώσεως να είναι για μεν τους άνδρες τα 69 έτη, για δε τις γυναίκες τα 71.

Όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί η νόσος είναι σημαντικά συχνότερη στο άρρεν φύλο, με τον λόγο συχνότητας ανδρών ‐ γυναικών να βρίσκεται στο 3,8:1. Οι γυναίκες ωστόσο, έχουν υψηλότερη πιθανότητα από τους άνδρες να διαγνωσθούν εξαρχής με διηθητική νόσο (85% έναντι 51%), ενώ επιπλέον σε αυτές καθυστερεί περισσότερο η διάγνωση του νεοπλάσματος.

Συμπτώματα καρκίνου ουροδόχου κύστεως

Το κλασσικό σύμπτωμα με το οποίο παρουσιάζεται η νόσος στο 90 έως 97% των περιπτώσεων είναι η μακροσκοπική αιματουρία. Η συσχέτιση είναι τόσο ισχυρή ώστε αποτελεί βασικό κανόνα της ουρολογίας να θεωρείται κάθε μακροσκοπική αιματουρία νεοπλασματικής αιτιολογίας μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Ανεξήγητη εμμένουσα ή διαλείπουσα μικροσκοπική αιματουρία πρέπει επίσης να θεωρείται ως πιθανή ένδειξη νεοπλάσματος της κύστεως και να διερευνάται καταλλήλως. Σχετικώς συχνή (20‐30%) είναι η εμφάνιση του όγκου με την μορφή ερεθιστικών συμπτωμάτων, όπως δυσουρία, συχνουρία, επιτακτικότητα ή και επιτακτική ακράτεια. Πιθανόν μια τέτοια κλινική εικόνα σχετίζεται συχνότερα με μυοδιηθητική νόσο ή καρκίνωμα in situ. Σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις η ανακάλυψη ενός νεοπλάσματος της κύστεως γίνεται τυχαία σε απεικονιστικό έλεγχο για άσχετο με τη νόσο πρόβλημα.

Σε προχωρημένα στάδια μπορούν να εμφανιστούν πολυάριθμα συμπτώματα και σημεία από την τοπική εξάπλωση της νεοπλασίας ή τις απομακρυσμένες μεταστάσεις. Έτσι μεταξύ άλλων μπορεί να εμφανιστούν οστικά άλγη, οιδήματα κάτω άκρων, εκδηλώσεις από το αναπνευστικό, άλγος νεφρικών χωρών λόγω απόφραξης των ουρητήρων κ. ά. Σε σπάνιες περιπτώσεις στην συμπτωματολογία της νόσου μπορεί να κυριαρχούν διάφορα παρανεοπλασματικά φαινόμενα, εκδηλώσεις δηλαδή που οφείλονται στην έκκριση βιολογικά δραστικών ουσιών από τον όγκο. Εδώ περιλαμβάνονται δυσλειτουργία του ήπατος, μεγάλη αύξηση των λευκών, πολυαρθρίτιδα, δερματομυοσίτιδα, υπερασβεστιαιμία, μυασθένεια, νεφρωσικό σύνδρομο κ.ά. Η κλινική εξέταση σπανίως αναδεικνύει κάτι παθολογικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις εκτεταμένων νεοπλασμάτων μπορεί να γίνει αισθητή ιδίως με την αμφίχειρη εξέταση ψηλαφητή μάζα ευκίνητη ή καθηλωμένη στο πυελικό τοίχωμα. Σε προχωρημένο στάδιο βεβαίως στην κλινική εικόνα μπορούν να κυριαρχούν μεταστατικές εκδηλώσεις της γενικευμένης νόσου, όπως καχεξία, δύσπνοια, ίκτερος ή ασκίτης.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η υποψία για την διάγνωση του νεοπλάσματος βασίζεται στο ιστορικό και στην κλινική εικόνα του ασθενούς, όπως αυτή εξετέθη ανωτέρω. Η εδραίωση της διάγνωσης μπορεί να βοηθηθεί από απεικονιστικές μεθόδους όπως το υπερηχογράφημα, κυρίως όμως βασίζεται στην κυτταρολογική εξέταση των ούρων και κατεξοχήν στην κυστεοσκόπηση. Η τελευταία θεωρείται το gold standard στην διάγνωση των καρκινωμάτων της κύστεως.

Βιολογική συμπεριφορά και εξέλιξη καρκίνου κύστεως

Το καρκίνωμα της ουροδόχου κύστεως συμπεριφέρεται ως μια γενικευμένη συστηματική νόσος όλου του ουροθηλίου. Πράγματι, στους πάσχοντες από την νόσο φαίνεται πως είναι επιδεκτικό σε κακοήθη εξαλλαγή το σύνολο της επιθηλιακής επένδυσης του ουροποιητικού. Το γεγονός αυτό υποσημαίνεται από την πολλές φορές παρατηρούμενη πολλαπλότητα των όγκων, όπως και από τις συχνές υποτροπές που επισυμβαίνουν μετά από τοπική εξαίρεση. Εκτός βέβαια από την πολυεστιακότητα της καρκινογένεσης είναι πιθανό μέρος τουλάχιστον των φαινομένων αυτών να οφείλεται σε μετεμφύτευση ή και μετανάστευση καρκινικών κυττάρων, γεγονός που καθιστά δύσκολο να διακριθεί αν μια υποτροπή του νεοπλάσματος οφείλεται σε ατελώς θεραπευθέντα όγκο, μετεμφύτευση καρκινικών κυττάρων ή πολυεστιακότητα της νεοπλασίας. Φαίνεται πως όλοι αυτοί οι μηχανισμοί παίζουν κάποιο ρόλο.

Σε αντίθεση με ό,τι έχει παρατηρηθεί για σχεδόν όλα τα ανθρώπινα νεοπλάσματα, ο καρκίνος της κύστεως μόνο σπανίως έχει αποτελέσει τυχαίο νεκροτομικό εύρημα. Έτσι, πρακτικώς όλα τα νεοπλάσματα της κύστεως διαγιγνώσκονται γρήγορα, καθώς ο προκλινικός λανθάνων χρόνος από την ανάπτυξη του όγκου μέχρι την κλινική του εκδήλωση φαίνεται να είναι σχετικά μικρός (Wasson και συν, 1995).

Ακρογωνιαίος λίθος στην μελέτη του καρκινώματος της κύστεως υπήρξε η συνειδητοποίηση πως η καρκινογένεση του ουροθηλίου μπορεί να ακολουθήσει δύο διακριτές, εν πολλοίς ανεξάρτητες οδούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν δύο διαφορετικές φαινοτυπικές ποικιλίες των νεοπλασμάτων της κύστεως: τα επιφανειακά και τα διηθητικά ή συμπαγή. Οι δύο παραλλαγές εμφανίζουν δραστικά διαφορετική εικόνα, εξέλιξη και πρόγνωση, απαιτούν δε, διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.

Περίπου το 55‐60% όλων των νεοδιαγνωσμένων καρκινωμάτων της κύστεως είναι καλώς ή μετρίως διαφοροποιημένα επιφανειακά θηλώδη νεοπλάσματα του ουροθηλίου. Για τα νεοπλάσματα αυτά έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται ο μη ορθός όρος θηλώματα κύστεως. (Ο όρος θήλωμα κύστεως αναφέρεται σε πολυποειδές νεόπλασμα του ουροθηλίου με καλοήθη χαρακτηριστικά.) Η πλειοψηφία αυτών των ασθενών θα εμφανίσει μία ή περισσότερες υποτροπές της νόσου μετά από την διουρηθρική εκτομή του όγκου, ενώ ένα ποσοστό που φθάνει το 25% θα αναπτύξει όγκους υψηλότερου βαθμού κακοηθείας. Τελικώς σε ποσοστό 10% των ασθενών που πρωτοεμφανίστηκαν με επιφανειακό νεόπλασμα η νόσος θα εξελιχθεί σε διηθητική ή και μεταστατική, μερικές φορές μάλιστα μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ελεύθερο νοσήσεως.

Το υπόλοιπο 40‐45% των περιπτώσεων είναι νεοπλάσματα χαμηλής διαφοροποίησης και αυξημένης επιθετικότητας, η πλειοψηφία των οποίων (25%‐30% επί του συνόλου) είναι μυοδιηθητικά ή εμφανίζουν εξωκυστική επέκταση κατά την στιγμή της διάγνωσης. Οι μισοί περίπου από αυτούς τους ασθενείς με διηθητικά νεοπλάσματα έχουν ήδη κατά την στιγμή της διαγνώσεως υποκλινικές ή και εμφανείς απομακρυσμένες μεταστάσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι ακόμη και επιφανειακοί όγκοι υψηλού βαθμού κακοηθείας παρουσιάζουν μεγάλη πιθανότητα υποτροπής και ισχυρή τάση να εξελιχθούν σε μυοδιηθητική ή μεταστατική νόσο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Παυλόπουλος ΠΜ. Εφαρμογή νέων μεθόδων κατατμήσεως ψηφιακής εικόνας στην μελέτη του καρκινώματος της ουροδόχου κύστεως. Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2013.
Castillo‐Martin M, Domingo‐Domenech J, Karni‐Schmidt O, Matos T, Cordon‐Cardo C. Molecular pathways of urothelial development and bladder tumorigenesis. Urol Oncol 2010; 28(4): 401‐8.